Meraki, a verb, or adverb, a Modern Greek word, derived from the Turkish “Merak” (Labor of love, to do something with pleasure), is applied to tasks, usually, creative or artistic tasks, but can be applied to any task at all. It means to do something with passion, with absolute devotion, with undivided attention.

Meraki - to do something with soul, creativity or love, leaving a piece of yourself in to what you are doing.

17. Συμπληρώνω τις λέξεις με η,ή ι, ει ή οι

17. Συμπληρώνω τις λέξεις με η,ή ι, ει ή οι

Κλίση θηλυκών ουσιαστικών σε -α,η ώρα

Κλίση θηλυκών ουσιαστικών σε -α,η ώρα

Κλίση ανισοσύλλαβων ουδέτερων ουσιαστικών σε -ας,το τέρας

Κλίση ανισοσύλλαβων ουδέτερων ουσιαστικών σε -ας,το τέρας

Κλίση ουδέτερων ουσιαστικών σε -ο,το δέντρο

Κλίση ουδέτερων ουσιαστικών σε -ο,το δέντρο

Κλίση ανισοσύλλαβων ουδέτερων ουσιαστικών σε -ιμο,το τρέξιμο

Κλίση ανισοσύλλαβων ουδέτερων ουσιαστικών σε -ιμο,το τρέξιμο

Pinterest
Search